Η ονοματοθεσία, δηλαδή η ενέργεια κατά την οποία ένα υλικό αντικείμενο γίνεται αντιληπτό από τις αισθήσεις και ονομάζεται, ή ένα άυλο αντικείμενο, μία ιδέα, συλλαμβάνεται από τον νου και ονομάζεται, αποτελεί ύψιστη γλωσσική δεξιότητα τού πολιτισμένου ανθρώπου και αδιαμφισβήτητος δείκτης τού πολιτισμικού επιπέδου του. Η ίδια ενέργεια αποκτά ακόμη μεγαλύτερη αξία και σημασία όταν αφορά την απόδοση ονόματος σε κάποιο πρόσωπο, θεϊκό ή ανθρώπινο, οπότε το συγκεκριμένο όνομα αποκαλείται «κύριο». Συνέχεια ανάγνωσης ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – Ετυμολογική Ανάλυση και Ερμηνεία Ελληνικών και Εξελληνισμένων Κυρίων Ονομάτων→
Ο αγώνας γιά την ελευθερία είναι πολύμορφος, όπως πολύμορφη είναι και η ίδια, πολύμορφα είναι και τα μέσα που χρησιμοποιούνται γιά τον περιορισμό ή τον αφανισμό της. Καθένας αγωνιστής τής ελευθερίας εισέρχεται στο «πεδίο των μαχών» εξαιτίας – κυρίως – ορισμένων προσωπικών κινήτρων αλλά, μέσα στην μάχη, πάνω στο σύνολο των συναγωνιστών, κυριαρχεί ένας πρωταρχικός σκοπός, ένας συγκεκριμένος αγώνας γιά ένα προκαθορισμένο ιδανικό: την επανάκτηση τής ελευθερίας ή των ελευθεριών που έχουν περιοριστεί ή χαθεί. Συνέχεια ανάγνωσης ΦΙΔΕΛ ΚΑΣΤΡΟ ΕΡΝΕΣΤΟ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ-ΤΑ 5 ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ→
Κανενός άλλου μυθολογικού ήρωα η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας και η δράση δεν ταυτίστηκε στενότερα, πληρέστερα και επιτυχέστερα με τον Ελληνισμό, όσο η ασύγκριτη δράση, ο ισχυρός χαρακτήρας και η δυναμική προσωπικότητα τού Ημίθεου Ηρακλή, τού εκλεκτού και πολυαγαπημένου γιού τού μεγάλου Δία και τής όμορφης Αλκμήνης. Από τους πανάρχαιους χρόνους μέχρι και τους καιρούς μας, σε ολόκληρη σχεδόν την οικουμένη, σε κάθε γωνιά τού πολιτισμένου κόσμου, σε κάθε τόπο που κάποτε δέχτηκε την επίσκεψη των Ελλήνων, ο ηρωικός Ηρακλής πάντοτε αντικατοπτρίζει τον γνήσιο, τον αυθεντικό Έλληνα κάθε εποχής, αντανακλά τα προτερήματα και τα ελαττώματα τού ελληνικού γένους, εκπροσωπεί κάθε μακροχρόνιο μεγαλείο και κάθε προσωρινή παρακμή τού έθνους των Ελλήνων, αντιπροσωπεύει το ήθος, το ύφος, το σθένος, το πείσμα, το πάθος, την ρώμη και την αλκή τού γίγαντα Ελληνισμού και συγκεντρώνει στο «θεανθρώπινο» πρόσωπό του την ελληνική ιδιοσυγκρασία, την πεμπτουσία τής «ελληνικότητας».
Μήπως θα ήταν, όμως, «υπερβολή» να λέγαμε ότι στο πρόσωπο κάθε πραγματικού Έλληνα οι μορφωμένοι ξένοι εξακολουθούν ν’ αναγνωρίζουν έναν ακόμη Ηρακλή; Μήπως θ’ αποτελούσε, ίσως, «φαντασιοπληξία» να ομολογούσαμε ότι στον βίο κάθε αληθινού Έλληνα οι καλλιεργημένοι αλλοδαποί βλέπουν πάντοτε τον βίο ενός μικρού ή ενός μεγάλου Ηρακλή; Μήπως, τέλος, θα παραλογιζόμασταν εάν επιμέναμε ότι κάθε καθαρός Έλληνας είναι όντως ένας γιός τού μεγάλου ήρωα, ένας απόγονος που ζει, κινείται, σκέφτεται, προβληματίζεται, ελίσσεται και ενεργεί κατά το πρότυπο τού ένδοξου πατέρα του; Ας επιτρέψουμε, όμως, στον σοφό μυθολόγο Διόδωρο τον Σικελιώτη να μας δώσει ορισμένες έγκυρες απαντήσεις.
«Ιστορική Βιβλιοθήκη»
Το μοναδικό σωζόμενο έργο τού Διοδώρου είναι η «Ιστορική Βιβλιοθήκη», ένα είδος «χρονογραφίας» ή «παγκόσμιας ιστορίας», η οποία αρχίζει από τα πρώιμα μυθικά χρόνια – την εποχή των Θεών, των ημιθέων και των ηρώων – και φτάνει μέχρι την εποχή τής περιπετειώδους κατάληψης τής Μεγάλης Βρετανίας από τον Ιούλιο Καίσαρα και τα στρατεύματά του, στα 54 π.Χ. Το σύγγραμμα αποτελείται από σαράντα βιβλία. Ο ίδιος ο συγγραφέας το είχε χωρίσει σε τρία μέρη: (α) βιβλία 1 έως 6, τα χρόνια πριν από τον Τρωικό Πόλεμο, (β) βιβλία 7 έως 17, τα χρόνια από τον Τρωικό Πόλεμο έως τον θάνατο τού Μεγάλου Αλεξάνδρου και (γ) βιβλία 18 έως 40, τα γεγονότα μέχρι την εκστρατεία τού Ιουλίου Καίσαρα.
Αναλυτικότερα, το πρώτο βιβλίο αναφέρεται στην Αίγυπτο, το δεύτερο στην Ασσυρία, την Ινδία, την Σκυθία, την Αραβία και τα νησιά τού Ωκεανού, το τρίτο στην Αιθιοπία, τις Αμαζόνες τής Αφρικής, τους κατοίκους των παραλίων τού Ατλαντικού και την γένεση των πρώτων Θεών, το τέταρτο στην ελληνική μυθολογία, το πέμπτο στους λαούς τής Δύσης και τα ελληνικά νησιά. Τα βιβλία από το έκτο μέχρι και το δέκατο σώζονται σε αποσπασματική μορφή και περιλαμβάνουν τα γεγονότα από τον Τρωικό Πόλεμο μέχρι το 480 π.Χ. Τα επόμενα δέκα βιβλία (11-20) περιέχουν πληροφορίες γιά την περίοδο από το 480 έως το 302 π.Χ. Από τα τελευταία είκοσι βιβλία σώζονται επίσης μόνον αποσπάσματα, τα οποία αναφέρονται στην περίοδο από το 301 μέχρι περίπου το 54 π.Χ.
Πηγές τού Διοδώρου υπήρξαν τα έργα των ιστορικών Εφόρου και Απολλοδώρου, των γεωγράφων Αγαθαρχίδη και Αρτεμιδώρου, τού μυθολόγου Διονυσίου τού Σκυτοβραχίονα, τού αιγυπτιολόγου Εκαταίου τού Αβδηρίτη και τού ασσυριολόγου Κτησία. Επίσης χρησιμοποίησε τα συγγράμματα τού Ηροδότου, τού Θεοπόμπου, τού Αναξιμένη τού Λαμψακηνού, τού Καλλισθένη, τού Δημοφίλου, τού Κλειτάρχου, τού Ιερωνύμου, τού Τιμαίου, τού Αντιόχου, τού Ερμεία, τού Μηνοδότου, τού Πολυβίου και αρκετών άλλων. Σημαντικές πληροφορίες άντλησε και από Λατίνους συγγραφείς όπως ο Φάβιος Πίκτωρ, ο Καλπούρνιος Πίσσων και ο Κάσσιος Εμίνας.
Παρά τις «αστοχίες» και τις «λανθασμένες εκτιμήσεις» που διάφοροι ερευνητές – δικαίως ή αδίκως – εντοπίζουν στο σύνολο τού έργου τού Διοδώρου, κανείς δεν θα μπορούσε να αρνηθεί την μεγάλη αξία τού αποτελέσματος, ούτε να αποφύγει τον έπαινο προς τον ακαταπόνητο συγγραφέα, ο οποίος υπεβλήθη σε κοπιαστικές μελέτες προκειμένου να διασώσει δυσεύρετα και πολύτιμα ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία.
«Η Τετάρτη Βίβλος»
Το κατά σειρά τέταρτο βιβλίο τού Διοδώρου – «Η Τετάρτη Βίβλος» – είναι ένα πανόραμα τής ελληνικής μυθολογίας. Στις σελίδες του συναντούμε τον Διόνυσο, τον Πρίαπο, τον Ερμαφρόδιτο και τις Μούσες, επίσης διαβάζουμε γιά τον Ηρακλή και τους άθλους του,μαθαίνουμε γιά τους Αργοναύτες, τους Επτά επί Θήβας, τους Κενταύρους και τις θυγατέρες τού Ασωπού, επιπλέον πληροφορούμαστε γιά την δράση τού Θησέα, τού Πέλοπα, τού Ταντάλου, τού Δαρδάνου και τής Νιόβης, ενώ γνωρίζουμε τον Αρισταίο, τον Ωρίωνα, τον Μίνωα και τον Μινώταυρο.
Σημαντικός κρίνεται ο πρόλογος τού έργου, στον οποίον ο συγγραφέας εκθέτει τις δυσκολίες και τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι μυθολόγοι τόσο κατά την συλλογή και ταξινόμηση τού υλικού τους, όσο και κατά την επεξεργασία και τελική διαμόρφωσή του. Αξιόλογες είναι και οι απόψεις τού Διοδώρου σχετικά με αυτό καθ’ αυτό το αντικείμενο τής μυθολογίας, δηλαδή τις Θεές και τους Θεούς, τις ηρωίδες και τους ήρωες των μύθων.
Η «Τετάρτη Βίβλος» αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον και συναρπαστικό ανάγνωσμα,γραμμένο με υπευθυνότητα και σοβαρότητα. Τα ογδόντα πέντε κεφάλαιά του μάς ξεναγούν στον μαγευτικό κόσμο τής ελληνικής μυθολογίας, διαφωτίζοντας, εμπνέοντας και ξεκουράζοντας τον αναγνώστη.
Μύθοι και μυθολογία
Η πρωταρχική σημασία τού όρου «μύθος» ήταν «λόγος, ομιλία, αγόρευση, απόφθεγμα» ή «διήγηση». Με την έννοια τού «αληθούς λόγου» ή τής «αληθινής διήγησης» εμφανίζεται ο περίφημος «μύθος» τής χαμένης Ατλαντίδας στον «Τίμαιο» τού Πλάτωνα.
Αργότερα «μύθος» ονομάστηκε ο «αλληγορικός, απόκρυφος» ή «συγκεκαλυμμένος» λόγος. Με την έννοια τού «απόκρυφου» ή «αλληγορικού λόγου» εμφανίζεται στο «Περί Ίσιδος και Οσίριδος» έργο τού Πλουτάρχου ο «μύθος» τής σχέσης των δύο Αιγυπτίων Θεών.
Το αλληγορικό ή συμβολικό περιεχόμενο ενός μύθου δεν γίνεται πάντοτε – ή αμέσως ή επιτυχώς – αντιληπτό. Σε αυτή την περίπτωση, στους αποδέκτες (αναγνώστες ή ακροατές ή θεατές) τού μύθου, οι οποίοι εκλαμβάνουν ως «πραγματικά» γεγονότα τα «αλληγορικά» νοήματα, εμφανίζεται ένα είδος «σύγχυσης εννοιών». Με αυτό το φαινόμενο ασχολείται και η «Περί Θυσιών» χλευαστική πραγματεία τού Λουκιανού, ενώ προς την αντίθετη κατεύθυνση κινείται ο φιλόσοφος Σαλούστιος, στο «Περί Θεών και Κόσμου» σύγγραμμά του, όπου επιχειρεί να αναδείξει το βαθύτερο, φιλοσοφικό και ξεχασμένο ή παρεξηγημένο νόημα των μύθων.
Στην εποχή μας η λέξη «μύθος» συγχέεται – δυστυχώς και αδίκως – με την λέξη «παραμύθι», οπότε δηλώνει την «φανταστική διήγηση». Στην «Τετάρτη Βίβλο», κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη, «μύθος» καλείται ο θρύλος, ένα είδος «αλληγορικού» λόγου, ο οποίος έχει ιστορικό υπόβαθρο και ενίοτε διδακτικό χαρακτήρα.
«Μυθολογία», εξάλλου, ονομάζεται ένα σύνολο μύθων ή μυθικών παραδόσεων, είτε προφορικών είτε καταγεγραμμένων. «Ελληνική μυθολογία» είναι η συλλογή των μυθικών παραδόσεων τού ελληνικού έθνους. Η «ελληνική μυθολογία» είναι μία από τις αρχαιότερες, πλουσιότερες και διδακτικότερες τού πλανήτη μας.
Το πρώτο ισοκρατικό κείμενο τού παρόντος βιβλίου είναι ένας «παραινετικός λόγος», ο οποίος έχει την τυπική δομή και εξωτερική μορφή των ρητορικών λόγων εκείνης τής εποχής. Είναι γνωστός ως λόγος «Περί βασιλείας» ή «Περί τού πώς δει βασιλεύειν» ή ως επιστολή «Προς Νικοκλέα». Το περιεχόμενό του αφορά την «βασιλική τέχνη», δηλαδή την τέχνη τής σωστής διοίκησης μιάς πόλης- κράτους και τής επιτυχούς άσκησης των πολιτικών εξουσιών (βλέπε και στα παραρτήματα ΣΤ΄ και Ζ΄).
Η επιστολή γράφτηκε και στάλθηκε στον Νικοκλή γύρω στο 370 π.Χ. Δύο χρόνια αργότερα, ο ίδιος παραλήπτης έλαβε από τον Ισοκράτη ακόμη ένα έργο, το «Νικοκλής ή Κύπριοι», στο οποίο γίνεται αναφορά στις υποχρεώσεις που έχουν οι υπήκοοι απέναντι στον βασιλιά και στο κοινωνικό σύνολο. Γιά τούτα τα δύο συμβουλευτικά έργα ο Νικοκλής έστειλε ως αμοιβή στον Ισοκράτη το υπέρογκο ποσό των είκοσι ταλάντων. Ο Νικοκλής υπήρξε βασιλιάς τής Σαλαμίνας, μιάς πλούσιας και γνωστής κυπριακής πόλης.Ήταν γιός τού βασιλιά Ευαγόρα,Συνέχεια ανάγνωσης ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ: A) «ΠΕΡΙ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ» ΠΑΡΑΙΝΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΝΙΚΟΚΛΕΑ – B) ΟΙ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΦΙΛΙΠΠΟ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟ.→
«Όσοι εκπαιδεύουν τους ιδιώτες, αυτούς μόνον ωφελούν. Αν, όμως, κάποιος προέτρεπε τους κυβερνήτες τού πλήθους να γίνουν ενάρετοι, θα ωφελούσε και τους δύο: και τους δυνάστες και τους υπηκόους τους…».
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, Περί Βασιλείας,
«Γι’ αυτό, λοιπόν, όσοι θεσπίζουν νόμους και γραπτούς κανόνες γιά οτιδήποτε, το δεύτερο, που πρέπει να κάνουν μετά από αυτό, είναι να μην αφήνουν ούτε άτομο ούτε σύνολο ατόμων να κάνει κάτι ενάντια σ’ αυτούς…».
ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτικός,
«Λένε ότι ο λύκος δεν κρατιέται από τ’ αυτιά, αλλά τον λαό και την πόλη πρέπει κυρίως από τ’ αυτιά να τους οδηγούμε και όχι όπως μερικοί, αγύμναστοι στον λόγο, που αναζητούν λαβές άμουσες και άτεχνες μέσα στο πλήθος, και το σύρουν από τις κοιλιές με τις διασκεδάσεις και με τις χρηματικές παροχές, ή προετοιμάζουν πυρρίχιους χορούς και θεάματα με μονομάχους, πάντοτε δημαγωγώντας ή μάλλον δημοκοπώντας…».
«Αρετή, λοιπόν, τής ψυχής θα ήταν η τελειότητα και η αρμονία τής ζωής, η ακριβέστατη και καθαρότατη ενέργεια τού λόγου και τού νου και τής διανόησης, ενώ τα έργα τής αρετής ας θεωρούνται κυρίως αγαθόμορφα, κάλλιστα, πνευματικά, σπουδαία, πλήρη μεσότητας, με συμμετοχή στην καλή περίσταση, πρωτοποριακά, με στόχο προς τον άριστο σκοπό, χαριτωμένα». Συνέχεια ανάγνωσης Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΗΣ ΑΡΕΤΗΣ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ→