Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ (329-25/1/390)

,

 Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ναζιανζινός). Έργο του Αντρέϊ Ρούμπλεβ (Андре́й Рублёв). Βρίσκεται στὸν Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Βλάντιμιρ τῆς Ῥωσίας.
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Ναζιανζηνός). Ἔργο τοῦ Ἀντρέϊ Ρούμπλεβ (Андре́й Рублёв). Βρίσκεται στὸν Καθεδρικό Ναό Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸ Βλάντιμιρ τῆς Ῥωσίας.

 

Ο ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΝΑΖΙΑΝΖΗΝΟΣ (329-25/1/390)

Ἑλληνικὴ Χριστιανικὴ Φιλοσοφία

……….Ἡ Καππαδοκία δικαιούται νὰ ἔχῃ μεγάλο μερίδιο δόξας τοῦ χριστιανικοῦ πνευματικοῦ κόσμου, ἀφοῦ σ’ αὐτήν γεννήθηκαν καὶ ἔδρασαν μορφὲς τοῦ ἀναστήματος τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, τοῦ ἀδελφοῦ του, Γρηγορίου Νύσσης, τοῦ φίλου τοῦ πρώτου, Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ,  καὶ τοῦ ἐξαδέλφου του, Ἀμφιλοχίου τοῦ Ἰκονίου, ποὺ βέβαια ἡ λάμψις του δὲν φθάνει ἐκείνη τῶν τριῶν ἄλλων, δὲν παύει ὅμως νὰ εἶναι ἀστήρ. Οἱ μεγάλοι αὐτοὶ Πατέρες τοῦ Χριστιανισμοῦ ἔπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στὴν χριστιανικὴ ζωή, τὴν φιλανθρωπία, τὸ δόγμα καὶ τὸν μοναχισμό, ὄχι μόνο στὴν Καππαδοκία, ἀλλὰ καὶ πέρα ἀπὸ τὰ ὅριά της.

……….Ὁ Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός, ὑπῆρξε πολυμερὴς φύσις. Ἀσχολήθηκε μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ῥητορική, μὲ τὴν ποίηση, καὶ τὴν θεολογικὴ φιλοσοφία. Ἀπὸ τοὺς δογματικοὺς του λόγους οἱ σημαντικώτεροι εἶναι οἱ ὑπ’ ἀριθμ. 27-31. Μὲ αὐτοὺς ὑπερασπίζει τὸ Τριαδικὸ δόγμα κατὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Εὐνομίου καὶ τοῦ Μακεδονίου.

……….Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ἀνέλαβε τὴν ἠγεσία τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως σὲ μία δύσκολη ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποία εἶχαν ἐπικρατήσει οἱ αἱρετικοὶ Ἀρειανοὶ γιὰ σαράντα χρόνια καὶ ἡ αὐτοκρατορικὴ αὐλὴ εὐνοοῦσε τὴν αἴρεση. Ἐκεῖ, παρὰ τὶς μεγάλες δυσκολίες, ἔλαμψε τὸ θεολογικό του χάρισμα, ἀλλὰ καὶ τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς του. Λόγῳ τῆς ἔριδας ποὺ ὑπέθαλπε μία μερίδα ἐπισκόπων, γιὰ νὰ μὴν δημιουργηθῇ σχίσμα στὴν Ἐκκλησία, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἀφοῦ πρῶτα ἐξεφώνησε ἕναν συγκινητικὸ λόγο, μὲ τὸν ὁποῖο ἀπεκάλυπτε ὅλο τὸ μεγαλεῖο τῆς πνευματικῆς του δυνάμεως.

……….Ὡς φιλόσοφος κλίνει πρὸς τὸν πλατωνισμό. Στὸν δεύτερο θεολογικὸ του λόγο(κεφ. 3-4), ὁμιλῶν περὶ τοῦ ἀκαταλήπτου τοῦ Θεοῦ, ἀναφέρεται στὰ ὑπὸ τοῦ Πλάτωνος ἐν τῷ διαλόγῳ «Τιμαίῳ» λεγόμενα, γράφοντας τὰ ἀκόλουθα: “Νὰ νοήσῃ κάποιος τὸν Θεὸ εἶναι δύσκολο, νὰ ἐκφράσῃ δὲ διὰ λόγων τὴν περὶ αὐτοῦ νόησιν, εἶναι ἀδύνατον. Τοιαύτη εἶναι ἡ φιλοσοφικὴ διατύπωσις τὴν ὁποία παρουσίασε λίαν ἐντέχνως εἷς ἐκ τῶν Ἑλλήνων θεολόγων (δηλαδὴ ὁ Πλάτων ). Τὸ ἔκαμεν αὐτὸ ἵνα φανῆ ὅτι εἶχε κατανοήσει τὸν Θεὸν ἀφοῦ προσέθεσε τὴν λέξι «χαλεπῶς» καὶ ἵνα διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως «ἀνέκφραστον», ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον.  Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ νὰ ἐκφράσωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀδύνατον, ἀκόμη ὅμως ἀδυνατώτερον εἶναι νὰ τὸν νοήσωμεν”.

……….Καταπολεμῶντας τὸν νεοπλατωνικὸ μυστικισμό, ὁ ὁποῖος θεωροῦσε ὅτι μέσῳ τῶν ἐκστατικῶν καταστάσεων μπορεῖ ἡ ψυχὴ νὰ συνενωθῇ μὲ τὸν Θεό, διδάσκει ὁ Γρηγόριος ὅτι ὁ Θεὸς «ἵσταται ὑπεράνω πάσης καταλήψεως ὡς ἀπόλυτος ὑπερβατικὴ ἀρχή».

……….Στὸν Γρηγόριο, ὅπως καὶ στὸν Βασίλειο, βρίσκουμε τὴν ἀπαρχὴ μίας νέας θεωρήσεως  τῆς φύσεως, ἡ ὁποία ἐκλαμβάνεται ὡς ἐκδήλωση τῆς θείας μεγαλειότητος.  Διὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ εἰσήχθη ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ φύση ὑπερέχει ἀπὸ τὴν τέχνη, διότι ἡ φύσις εἶναι θεῖον ἡ δὲ τέχνη ἀνθρώπινο δημιούργημα. Ὁ Γρηγόριος καταπολέμησε μὲ ἐπιμονὴ τὴν αἰρετικὴ δοξασία τοῦ Εὐνομίου, ὁ ὁποῖος ἀρνιόταν ὅτι μὲσῳ τῆς θεωρήσεως τῶν δημιουργημάτων τῆς κτίσεως, μποροῦμε νὰ ὑψωθοῦμε στὴν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ.

……….Ἐκτὸς τῆς ἐπιδράσεως τῆς πλατωνικῆς φιλοσοφίας ὑπάρχει στὸν Γρηγόριο ἐπίδραση καὶ τῶν φιλοσοφικῶν δοξασιῶν τῶν Κυνικῶν. Ὁ Ἀλεξανδρινὸς κυνικὸς φιλόσοφος Μάξιμος, ὅταν ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη εἶχε συνάψει φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν Γρηγόριο. Κατὰ δὲ τὶς τελευταῖες φιλολογικὲς ἔρευνες οἱ ὁποῖες ἔγιναν στὰ συγγράμματα τοῦ Γρηγορίου, βεβαιώθηκαν συχνές ἐπιδράσεις έκ μέρους τῶν Κυνικῶν.

……….Γενικῶς ἐξεταζόμενος ὡς φιλοσοφικὴ προσωπικότητα, ὁ Γρηγόριος παρουσιάζει ἦθος ἀνδρός ὁ ὁποῖος ἀγαπᾶ τὴν φιλοσοφικὴ ἔρευνα. Στὸν πρῶτο του θεολογικὸ λόγο, ἔγραψε τὰ ἀκόλουθα:

……….Φιλοσόφει μοι περὶ κόσμου ἤ κόσμων, περὶ ὕλης, περὶ ψυχῆς, περὶ λογικῶν φύσεων, βελτιόνων τε καὶ χειρόνων, περὶ ἀναστάσεως, κρίσεως, ἀνταποδόσεως, Χριστοῦ παθημάτων· ἐν τούτοις γὰρ καὶ τὸ ἐπιτυγχάνειν οὐκ ἄχρηστον καὶ τὸ διαμαρτάνειν ἀκίνδυνον”.

……….Τὸ ἀπόσπασμα αὐτὸ καταδεικνύει ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτη ἡ ἀντίληψη ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι ἡ ἑλληνικὴ χριστιανικὴ φιλοσοφία ἀπέκρουε τὴν ἐλευθερία στὴν ἔρευνα τῶν φιλοσοφικῶν προβλημάτων.


Πηγές:

Copyright (©) «Ἑλληνικὸ Ἡμερολόγιο»

Αφήστε μια απάντηση