ΙΕΡΟΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ – ΙΕΡ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΚΡΕΚΑΣ (+11/4/1947)

,

,

Μητρόπολις Τρίκκης και Σταγών

Ιερ. Γεώργιος Σκρέκας 

,

……….Απ’ όλα τα χωριά των Τρικκάλων, η Μεγάρχη ένα ελληνικό χωριό όπως όλα τ’ άλλα, έχει την ωραιότερη αφορμή γιά καύχησι. Έχει τον παπα-Γεώργιο Σκρέκα, τον άξιο εφημέριό της, που με την θυσία του έγινε σύμβολο τής πίστεως και τής πατρίδος.

……….Ο ηρωικός ιερεύς Γεώργιος Σκρέκας γεννήθηκε στην Μεγάρχη το 1910. Στο χωριό του πήρε την στοιχειώδη μόρφωσι και ακολούθησε κατόπιν μαθήματα τού Ελληνικού Σχολείου στα Τρίκκαλα. Πολύ επέδρασαν πάνω στην ψυ­χή του οι απλοϊκοί μα ευσεβείς γονείς του. Τού στάλαζαν συστηματικά την αγάπη γιά την Ελλάδα και τον γαλούχησαν με τα διδάγματα τής πίστεως. Με τέτοια ανατροφή τού γεννήθηκε νωρίς η επιθυμία να αφιερωθεί στην Εκκλη­σία φορώντας το έντιμο ένδυμα τού κληρικού. Η επιθυμία του αυτή έγινε πραγματικότης το 1938, οπότε χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.

……….Έγινε εφημέριος πρώτα στο χωριό Νικλίτσι, υστέρα στην Μεγάρχη μαζί και τα Κρανιά και από το 1944 μόνο στην Μεγάρχη. Εκλεκτός μέσα στούς εκλεκτούς ιερείς τής ιεράς του Μητροπόλεως, από την αρχή επιβλήθηκε στην κοινω­νία. Είχε ψυχή λεπτή, ευγενική και άγια. Πιστός, ενάρε­τος, γεμάτος δραστηριότητα «ωλιγώστευε τον πόνο, εγλύκαινε την πικρία, εθεράπευε και ωμόρφαινε τας ασχή­μιας». «Με την προσωπικήν επέμβασίν του εξηφανίζοντο αι έχθραι, τα μίση και αι έριδες μεταξύ τού ποιμνίου του». «Εκαλλιέργει ακούραστα τας ψυχάς των χριστιανών του και εφύτευεν εις αυτούς ελπίδας και χαράς και όνειρα και σκοπούς ευγενικούς. Ήτο φάρος και οδηγός των χριστια­νών του και πάντα πρόθυμα, τούς προέτρεπε να γίνουν κα­λοί χριστιανοί, διά να έχουν την ευλογία τού Θεού και να προκόψουν εις την ζωήν».

……….Τέτοιες είναι αι εντυπώσεις των ενοριτών του. Κι αυτά που συνιστούσε στούς άλλους, τα ζούσε ο ίδιος πρώτα. Στις δύσκολες ώρες τής Εθνικής δοκιμασίας οι φίλοι του κι οι δικοί του τον παρακινούσαν να εγκαταλείψει την Μεγάρχη. Η γενναία απάντησίς του θυμίζει τούς αποστολικούς πα­τέρες: «Η ζωή μου δεν έχει τόσην αξίαν όσην οι χριστια­νοί μου. Είμαι κήρυξ των χριστιανικών αληθειών, δούλος Χριστού και ποιμήν λογικών προβάτων. Πώς να τα εγκαταλείψω; Θα τα κατασπαράξουν οι βαρείς λύκοι που δεν φεί­δονται τού ποιμνίου. Θα μείνω πλησίον των χριστιανών μου. Ουδένα ηδίκησα. Τουναντίον όλους τούς έχω εξυπηρετήσει και υποχρεώσει. Τρεις φορές έως τώρα μ’ έχουν συλλάβει, αλλ’ ο Παντοδύναμος Θεός μ’ έσωσε. Θα μείνω εις το χω­ριό, ωσότου ο Ειρηνοποιός Κύριος στείλη την ειρήνη εις τον τόπον μας και επανέλθη η χαρά και η ασφάλεια».

……….Οι κομμουνιστοσυμμορίτες όμως δεν ανήχοντο εμπνευ­σμένους κληρικούς κοντά στον λαό. Ήσαν εμπόδιο στούς σκοπούς τους. Στίς 27 Μαρτίου 1947 οι συμμορίτες πήραν μιά από τις ξαφνικές αποφάσεις τους: να λεηλατήσουν το σπιτικό τού παπα-Σκρέκα. Κι αλήθεια, η νύχτα που έπεσε συνομοτούσε μαζί τους. «Ζοφώδης καί ασέληνος» νύχτα, κα­τάλληλη γιά εγκλήματα. Οι χωρικοί είχαν τραβηχθεί στα σπιτάκια τους κι ο παπα-Γεώργης ξεκουράζεται από τούς κόπους τής ημέρας. Ξαφνικά, μαζεμένα χτυπήματα στην πόρτα τον έκαμαν να πεταχθεί έξω. Μπορεί να είναι παιδικό κάμωμα ή τίποτα ξένοι που ζητούσαν, όπως γινόταν συχνά, φιλοξενία. Βρέθηκε μπροστά σ’ ένα θέαμα που τον έκαμε να σαστίσει και να ταραχθεί. Καμμιά πενηνταριά συμμορίτες με φάτσες άγριες στην πόρτα.

……….Τα πράγματα εξελίχθησαν με ταχύτητα αστραπής. Χύ­θηκαν οι συμμορίτες μέσα στο σπίτι, στην αυλή, στούς σταύλους. Άρπαξαν, έκλεψαν, ρήμαξαν ό,τι βρήκαν. Χρήματα, πράγματα, ζώα. Τον γέρο-πατέρα και τον θείο τού ιερέως τούς ανάγκασαν να οδηγήσουν τα ζώα στο χωριό Πρόδρο­μος, με την συνοδεία δύο οπλισμένων συμμοριτών. Έπειτα έκλεισαν τον ιερέα σ’ έναν σταύλο κι άρχισαν να τον δέρνουν με λύσσα. Ζητούσαν κι άλλα χρήματα. Σε λίγο ο π. Σκρέκας καιγόταν από φοβερή δίψα. Άρχισε να κραυγάζει γιά λίγο νερό. Σε άθλια κατάσταση η πρεσβυτέρα τρέχει στις φωνές του, γιά να τον ανακουφίσει ολίγο. Παίρνουν οι συμ­μορίτες το νερό που έφερνε, περιχύνουν τον ιερέα και συνεχίζουν το ξυλοκόπημα και στους δύο τώρα συζύγους.

……….Ξυπόλητο, μισόγυμνο και μισοπεθαμένο πήραν τα χα­ράματα τον π. Γεώργιο οι συμμορίτες κι έφυγαν. Πίσω τους θρηνούσαν τα έξι παιδιά του με την πρεσβυτέρα. Τον έφε­ραν στο Γοργογύρι. Τον έκλεισαν σ’ ένα αχυρώνα και τον έδερναν με την σειρά. Θαρραλέα ο εφημέριος Γοργογυρίου έτρεξε κοντά στν συλλειτουγό του, μόλις έμαθε το γεγονός. Μάταια όμως τούς παρεκάλεσε ν’ αφήσουν ελεύθερο τον κρατούμενο. Έκλαψαν μαζί οι δυο ιερείς. Ο π. Γεώργιος φίλησε με μεγάλη συγκίνηση τον συνάδελφό του, όταν ήρθε η ώρα να συνεχίσουν σκληρά πορεία γιά κάπου άλλου. Τού είπε τα παρακάτω: «Ο Θεός γνωρίζει τί θ’ απογίνω. Εάν με καλέσει κοντά του διά μαρτυρίου, ας είναι ευλογημένο το όνομά Του. Άς γίνη το θέλημά Του!»

……….Όταν ξεκινούσαν είδε την πρεσβυτέρα του που έτρεξε από κοντά του, με τρελλές ελπίδες. Ίσως την λυπηθούν, ίσως γλυτώσει τον σύντροφό της. Η ψυχή τού παπά χτύπησε πολύ δυνατά. Προσπάθησε νά συγκρατηθεί.

—«Εδώ είσαι, παπαδιά; τής φώναξε, γιατί δεν την άφηναν να πλησιάσει. Έλπιζε στον Θεό. Εκείνος διευθύνει. Υπομονή!»

……….Τον έσπρωξαν οι δήμιοί του να προχωρήσει. Γιά να παραπλανήσουν την πρεσβυτέρα, τον ανέβασαν σ’ ένα ζώο. Μόλις όμως βγήκαν από το χωριό, τον κατέβασαν βάναυσα κι έτσι όπως ήταν τον βίασαν να πεζοπορεί. Όταν έφθασαν στο Νεραϊδοχώρι, ήταν σχεδόν πεθαμένος. Τον έρριξαν σ’ ένα σκοτεινό μπουντρούμι και τον βασάνιζαν ως την Μεγάλη Παρασκευή. Άνοιξε και την ημέρα αυτή το μπουντρούμι μα όχι γιά το συνηθισμένο μαρτύριο. Ο συμμορίτης έκανε χιούμορ.

—Έ παπά, δε σού λέει τίποτα αυτή η ημέρα;

……….Ο παπάς δεν μιλούσε. Ήταν βυθισμένος σ’ ευλαβή σιωπή.

Δεν μιλάς, έ; Δε θέλεις να σού κάνωμε την τιμή να πεθάνεις την ίδια μέρα με τον αρχηγό σου;

……….Και πάλι δεν μίλησε ο ιερεύς. Μόνο τα χείλη του άρχισαν να τρέμουν. Δεν φοβόταν όμως ο π. Γεώργιος,  μόνο προσευχόταν στον Κύριο που σταυρώθηκε την ίδια μέρα.

—«Εμπρός, πάμε, συμπλήρωσε ο συμμορίτης».

……….Σε λίγο είχε επαναληφθεί η φρικτή σκηνή τού Γολγοθά. Ο π. Γεώργιος είχε ανεβεί στον σταυρό, μιμητής τού Κυρίου. Όταν ξεψύχησε, τον πέταξαν σε μιά χαράδρα και τον σκέπασαν με πέτρες και κλαδιά. Τέτοια μέρα όμως διαλέγει η αγάπη τού Θεού γιά νάβρη τούς άξιούς της. Μόλις το Νεραϊδοχώρι ελευθερώθηκε, έψαξαν και βρήκαν τα λείψανα τού μάρτυρος ιερέως. Η πάνδημος κηδεία του έγινε στα Τρίκαλα με εξήντα περίπου ιερείς.

……….Η ιατροδικαστική εξέτασις απέδειξε ότι είχε σταυρωθεί ζωντανός. Είχε πυροβοληθεί στο μέτωπο και στους κροτάφους. Τον είχαν λογχίσει στην δεξιά πλευρά. Είχαν βγάλει τα μάτια του κι από τα πολλά χτυπήματα τα χέρια και τα πόδια του ήταν κομματιασμένα.

……….Πόσο απόθεμα μίσους χρειάσθηκε γιά όλα αυτά! Αλλ’ «αι βαφαί των αιμάτων επέχρωσαν πορφυρίδα θεοΰφαντον» εις τον π. Γεώργιο, το καύχημα τής Θεσσαλίας καί αγλάϊσμα τής νεωτέρας Ελλάδος.

«Σταυρώ τειχιζόμενοι,

πλάνης τείχη πονηρά

κατέστρεψαν

και προς την άνω πόλιν,

νικητικοίς στεφάνοις κοσμούμενοι,

μετωκίσθησαν».

***
  • Ἐπιμέλεια κειμένου καὶ εἰκόνας :  « λληνικ μερολόγιο »
  • Πηγή: Το έργο τού Μητροπολίτου Λήμνου Διονυσίου«Εκτελεσθέντες και μαρτυρήσαντες κληρικοί 1942-1949.»
Γι' ατό, τν ερέων πο μαρτύρησαν γι τν κκλησία κα τ θνος τους,  ς εναι  μνήμη αωνί.

Αφήστε μια απάντηση